top of page
_DSC6832_edited.jpg

ΑΠΤΙΚΑ ΚΟΙΝΑ

​Όταν το βλέμμα υποχωρεί, η ουσία αναδύεται.

Συντελεστές έργου

  • Σύλληψη & Δημιουργία: Κατερίνα Καρούσου

  • Δοκίμιο: Κατερίνα Κοσκινά

  • Ψηφιακή Αποτύπωση: BeeSTEAM

  • Αρχειακό υλικό: Αρχειοθήκη Καρούσου

  • Παραγωγή: Αρχειοθήκη Καρούσου

Το Σκεπτικό

Πέρα από το Πυρίτιο:

Η Υψηλή Τεχνολογία του Άνθρακα στη καλλιτεχνική διαδικασία

«Η απόσπαση μιας τοιχογραφίας από τον χώρο της σημαίνει την εκκίνηση μιας ριζοσπαστικής οντολογικής απελευθέρωσης. Είναι η πράξη αποσύνδεσης της μνημειακής ουσίας από κάθε δομικό περιορισμό, μετατρέποντας την τεκτονική της μονιμότητα σε ένα ρευστό, πλανητικό περιβάλλον. Αυτό δεν συνιστά απλώς μια μετατόπιση· είναι μια φαινομενολογική μεταγωγή: μια ριζοσπαστική μετάβαση από την υψηλή τεχνολογία του πυριτίου στην υψηλή τεχνολογία του άνθρακα.»

Αν η ηγεμονία του ματιού απομονώνει το υποκείμενο, υποβιβάζοντας την ανθρώπινη συνείδηση σε ένα φευγαλέο βλέμμα, το επιτακτικό καθήκον της σύγχρονης τέχνης είναι η αποκατάσταση της ουσίας μέσω της δομής.

Οι παραγωγικοί αλγόριθμοι, η ακατάπαυστη ροή εικόνων και τα επίπεδα ψηφιακά αρχεία των οθονών έχουν αποκόψει την ανθρώπινη μνήμη από το φυσικό της υπόστρωμα. Δεν προσλαμβάνουμε πλέον τη μνημειακή τέχνη ως έναν αντηχούντα φυσικό όγκο που απαιτεί εγγύτητα· αντίθετα, την καταναλώνουμε ως ένα επιφανειακό οπτικό καθεστώς, ή εφήμερα pixels αναλυμένα μέσα από το αποστασιοποιημένο, αποξενωτικό βλέμμα ενός οπτικοκεντρικού δόγματος.

Το κρίσιμο ερώτημα αναδύεται ακριβώς σε αυτό το κατώφλι: Μπορούμε να απελευθερώσουμε τη μνημειακή ζωγραφική από την τυραννία του αμφιβληστροειδούς; Επιπλέον, είναι εφικτό να μετατρέψουμε το ψηφιακό από μια οπτική παγίδα σε μια αυθεντική, απτή επικράτεια;

​

Η Μετατόπιση: Από τον Τοίχο στα Νέφη Σημείων και από την Ψηφιακή Μήτρα στα Απτικά Pixels

​

Αυτήν ακριβώς τη ρωγμή επιχειρούν να γεφυρώσουν τα «Απτικά Κοινά». Αντί να συνθηκολογήσει με την παθητική αναπαραγωγή πολιτιστικών συμβόλων σε επίπεδες οθόνες ή μάσκες εικονικής πραγματικότητας—τεχνολογίες που απλώς οξύνουν την αισθητηριακή απομόνωση—το εγχείρημα εγκαινιάζει μια ριζοσπαστική φυσικοποίηση του ψηφιακού.

Μέσω της επίγειας τρισδιάστατης σάρωσης υψηλής ανάλυσης, οι μνημειακές τοιχογραφικές συνθέσεις αποσπώνται από το τεκτονικό αρχιτεκτονικό τους περίβλημα όχι ως φωτογραφικά τεκμήρια, αλλά ως χωρικές μαθηματικές διατυπώσεις: πυκνά νέφη καρτεσιανών σημείων (point clouds). Αντί όμως αυτά τα σύνολα δεδομένων να παραμείνουν εγκλωβισμένα στην αποστειρωμένη, ασώματη επικράτεια της ψηφιακής αποθήκευσης, οδηγούνται μέσα από μια θεμελιώδη υλική μετάβαση:

  • Το ψηφιακό νέφος σημείων υλοποιείται σε φυσικά, τοπογραφικά pixels.

  • Η χρωστική, η δυναμική της πινελιάς και η μνημειακή σύνθεση παύουν να είναι χρώματα που παρατηρούνται από ασφαλή, ηδονοβλεπτική απόσταση· μετατρέπονται σε μικρο-υψομετρικές διαβαθμίσεις, απτικούς παλμούς και σωματικούς συντονισμούς, σχεδιασμένους για να αγκαλιαστούν και να αποκρυπτογραφηθούν από το ανθρώπινο χέρι.

Η κυκλική διάμετρος του 1,20 μ. που χαρακτηρίζει τα πάνελ των «Απτικών Κοινών» αντιστοιχεί αυστηρά στο εργονομικό άνοιγμα της ανθρώπινης αγκαλιάς. Σε αυτή την κλίμακα, ο επισκέπτης δεν στέκεται πλέον πίσω για να καταναλώσει μια πανοραμική εικόνα· το σώμα εισέρχεται σε έναν αδιαμεσολάβητο απτικό διάλογο με το υλικό επίπεδο. Το ίδιο το χέρι μετατρέπεται σε μαγνήτη, διοχετεύοντας ενέργεια σε ολόκληρη τη σωματική αρχιτεκτονική.

​

Ένα Κυβερνητικό Κύκλωμα Βιο-ανάδρασης (Biofeedback Loop)

​

Για να αποδομηθεί ο οπτικοκεντρισμός, ο οπτικός πειρασμός δεν πρέπει απλώς να περιοριστεί—πρέπει να εκμηδενιστεί. Ο βλέπων και ο επισκέπτης με οπτική αναπηρία διαβαίνουν το κατώφλι στην ίδια ακριβώς αντιληπτική συνθήκη. Το οπτικό προνόμιο που κυριάρχησε στη δυτική πρόσληψη της τέχνης από την Αναγέννηση και έπειτα εξουδετερώνεται ακαριαία.

Απαλλαγμένο από την κυριαρχία του αμφιβληστροειδούς, το σώμα ενεργοποιεί ένα κλειστό κύκλωμα βιο-απτικής ανάδρασης. Η ψηλάφηση της επιφάνειας, η αντίσταση των υλικών υφών, η επιβράδυνση του σφυγμού υπό την απαίτηση βαθιάς συγκέντρωσης και η κιναισθητική επίγνωση της στάσης του σώματος συγχρονίζονται δυναμικά.

Γνωστικές Προθέσεις και Ακουστική Επιβεβαίωση:

Η πλοήγηση κατά μήκος ανάγλυφων διαδρομών στο δάπεδο, τα τοπικά κατευθυντικά ηχοτοπία χαρτογραφημένα σε χωρικές συντεταγμένες και οι απτικοί μαγνητικοί δείκτες προσανατολισμού δεν λειτουργούν ως παθητικά βοηθήματα πλοήγησης· δρουν ως γνωστικές προθέσεις (cognitive prosthetics). Κάθε άγγιγμα στέλνει ένα προσαγωγό σήμα στον εγκέφαλο, η ακουστική ανάδραση επιβεβαιώνει τη χωρική συντεταγμένη και ο μαγνητικός κόμβος επαναπροσδιορίζει τον προσανατολισμό. Ο απτικός επισκέπτης παύει να είναι εξωτερικός παρατηρητής, καθώς συντονίζεται βιολογικά με το έργο μέσα από μια συνεχή, ενσώματη αυτορρύθμιση.

Η Αφή ως Συνθετική Όραση:

Η αποκρυπτογράφηση της σύνθεσης μετατρέπεται σε μια αργή, ρυθμική χορογραφία. Τα ακροδάχτυλα ιχνηλατούν μια χειρονομία, το αφτί συλλαμβάνει μια ακουστική χωρική αρμονία και η παλάμη οριοθετεί το περίγραμμα μιας μορφής. Η αναδυόμενη νοητική εικόνα δεν είναι ένα εφήμερο στιγμιότυπο οθόνης, αλλά μια γειωμένη, πολυαισθητηριακή σύνθεση.

​

Μια Τεχνοητική, Αποκεντρωμένη & Μη-Δυϊκή Συνθήκη

​

Απαντώντας άμεσα στη σύγχρονη αισθητηριακή αποξένωση, τα «Απτικά Κοινά» αποδεικνύουν ότι μια καλλιτεχνική και χωρική σχεδιαστική πρακτική απαλλαγμένη από την αμφιβληστροειδική ηγεμονία δεν αποτελεί μια ουτοπική επιδίωξη, αλλά μια βιώσιμη, επιτακτική ανάγκη.

Όταν το οπτικό θέαμα αναστέλλεται, η απομόνωση του ματιού παραχωρεί τη θέση της στην κοινωνία της αφής και στη βαθιά βιολογική εμπλοκή του σώματος. Η τέχνη δραπετεύει από τις μουσειακές προθήκες ή/και τις αλγοριθμικές ροές, εξελισσόμενη σε έναν ανοιχτό, προσβάσιμο κοινό τόπο—ένα κοινόχρηστο, κατανεμημένο πολυαισθητηριακό οικοσύστημα.

Αυτό το αναδυόμενο οικοσύστημα των Απτικών Κοινών δεν είναι ούτε ψηφιακό, ούτε αναλογικό, ούτε υβριδικό. Είναι μια τεχνοητική, μη-δυϊκή οντολογική κατάσταση—ένα αδιαίρετο πεδίο όπου ο αλγόριθμος, ο απτικός συντονισμός και η ανθρώπινη συνείδηση συνυπάρχουν ως ένας αδιαμεσολάβητος κοινός τόπος.

Δρ Κατερίνα Καρούσου

​

​

_DSC6657_edited.jpg
Η Διαδικασία

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τα Απτικά Κοινά απαλλάσσουν την τέχνη και την τεχνολογία από τον συστημικό θόρυβο, παράγοντας καθολικά προσβάσιμα πολιτιστικά αγαθά. Μετουσιώνουν μνημειακές τοιχογραφίες σε καθαρά μαγνητικά πεδία, αναδιατάσσοντας ταυτόχρονα τις μορφές και τα χρώματα του έργου σε στοιχεία συντονισμού. Βλέποντες και μη βλέποντες συμμετέχοντες αλληλεπιδρούν ως απτικοί θεατές, σπάζοντας τον κυβερνητικό βρόχο για να εμπλακούν σε μια συλλογική, συμπεριληπτική εμπειρία.

​

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΨΗΛΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗ ΧΑΜΗΛΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ 

  • Η Μετάβαση: Η αποδόμηση της προηγμένης τρισδιάστατης σάρωσης (high-end scanning) σε μια διαδικασία χαμηλής τεχνολογίας (low-tech). Η πληροφορία του παραγόμενου νέφους σημείων (point cloud) μετατοπίζεται σε αλγοριθμική διάχυση (algorithmic dithering) και κατόπιν ανάγεται σε μια πρωτογενή ροή δυαδικών ψηφίων (raw bitstream).

  • Ο Στόχος: Εστιάζοντας στην αρχαιολογία των μέσων (media archaeology), η διαδικασία φτάνει στην πρωταρχική ψηφιακή μορφή του bit και απογυμνώνει το έργο από την οπτική του αναπαράσταση, αποκαλύπτοντας την καθαρή του δομή.

​

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΠΤΙΚΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟ 

  • Το Σκεπτικό: Το έργο τέχνης υπερβαίνει τις συμβατικές μεθόδους και την αισθητική που ρυθμίζουν την τέχνη. Λειτουργώντας στα όρια της χειροτεχνικής πρακτικής, η διαδικασία απαλλάσσει την τέχνη από την αισθητική παρεμβολή.

  • Η Πράξη: Μέσα από μια «τυφλή» διαδικασία, η καλλιτέχνις αναδημιουργεί την τοιχογραφία χωρίς οπτική επιβεβαίωση. Εφαρμόζοντας μια χειροτεχνική προσέγγιση στην πρωτογενή ροή δυαδικών δεδομένων, η καλλιτέχνις ψηφιδοποιεί χιλιάδες απτικά εικονοστοιχεία (tactile pixels) και ανασυνθέτει την τοιχογραφία.

​

ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΤΙ ΣΤΑ ΜΑΓΝΗΤΙΚΑ ΠΕΔΙΑ 

  • Το Σκεπτικό: Η τεχνολογία εδώ λειτουργεί ως ένας ταπεινός μεταφραστής ενέργειας. Παύει να αποτελεί ένα δυαδικό σχήμα και μετατρέπεται σε αόρατη ενέργεια που εκπέμπεται στον χώρο.

  • Η Πράξη: Μετάφραση των μορφών και των χρωμάτων της τοιχογραφίας σε μια ροή μαγνητικών πεδίων.

  • Ο Μηχανισμός: Μέσω της ιχνηλάτησης, ο μαγνητισμός διεγείρει το νευρικό σύστημα, επιτρέποντας στον εγκέφαλο να προσλάβει την τοιχογραφία ως άμεση νευρική ώση. Η τεχνολογία επιστρέφει στην ουσία της: τη ροή της ενέργειας.

​​

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΨΗΛΗ ΝΟΗΣΗ ΣΤΗ ΝΕΥΡΟ-ΑΝΤΙΛΗΨΗ 

  • Η Εμπειρία: Αυτή η υποδομή επιτρέπει στον συμμετέχοντα να παρακάμψει την υψηλή νόηση—τον αναλυτικό τρόπο με τον οποίο επεξεργαζόμαστε τη γνώση—και να αφεθεί σε μια άμεση αλληλεπίδραση.

  • Η Δράση: Ιχνηλατώντας την επιφάνεια, η αλληλεπίδραση μετατρέπεται σε ένα κινητικό γεγονός—έναν νευρικό διάλογο που χειραφετεί τόσο το μέσο όσο και το περιεχόμενο από το βάρος των παραδοσιακών ιεραρχιών και των κληρονομημένων προκαταλήψεων.

​

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ 

Το εγχείρημα κινείται πέρα από τον μεταανθρωπισμό, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από την απλή τεχνολογική προέκταση του σώματος προς την άμεση σύνδεση του συμμετέχοντα με τη ροή του έργου τέχνης. Σε αυτή τη συνθήκη, η τεχνολογία λειτουργεί ως γέφυρα και όχι ως παράκαμψη.

Ιχνηλατώντας την επιφάνεια, βλέποντες και μη βλέποντες συμμετέχοντες κλείνουν τον κυβερνητικό βρόχο, βιώνοντας έναν ενσώματο διάλογο μέσα από την κινητική απόκριση. Σε αυτό το αποκεντρωμένο περιβάλλον, οι συμμετέχοντες δεν υπάρχουν απλώς εντός του συστήματος, αλλά λειτουργούν ως το μεταβαλλόμενο κέντρο του, σπάζοντας το κύκλωμα του ελέγχου.

Αυτός ο εκδημοκρατισμός της εμπειρίας μεταμορφώνει τόσο το έργο τέχνης όσο και την τεχνολογία σε μια συμπεριληπτική, διαμοιρασμένη πραγματικότητα—έναν χώρο όπου τα οπτικά όρια διαλύονται, πληρώνοντας το κενό με δομικό συντονισμό και αδιαμεσολάβητη νευρική παρουσία.

touching man2_edited.jpg
The Prototype

ΟΙ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ

  • Η εικονογράφηση του τρούλου με τον Παντοκράτορα (1989 -1992) που αποτελεί μια σπουδαία εικαστική πρόταση συνολικής επιφάνειας 997 m2, μαζί με τα σφαιρικά τρίγωνα, και ύψους 40,50 m. Στη στεφάνη του τρούλου, η Δημιουργία του Κόσμου, εμπνευσμένη από τα μωσαϊκά της Cappella Palatina της Σικελίας, και του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, μαρτυρούν την μεταρρυθμιστική ικανότητά του καλλιτέχνη στην πρωτοπορία της Ορθόδοξης Μνημειακής τέχνης.

​​

  • Η σημαντικότερη όμως παράσταση που δηλώνει το αποτύπωμα ενός μεγάλου καλλιτέχνη είναι η Πλατυτέρα, στην κεντρική, ανατολική κόγχη του ναού (τέλη του 1985). Η συνολική επιφάνεια της κεντρικής κόγχης είναι 220 m2., με το πλάτος της παράστασης της Πλατυτέρας να ανέρχεται στα 20 μέτρα. Η καινοτόμος αυτή σύνθεση απεικονίζει τη Παναγία να αγκαλιάζει τη σύγχρονη πόλη της Πάτρας, και όχι μια παλιά βυζαντινή πόλη όπως θα ήταν το τυπικό ενός εικονογραφικού προγράμματος, σε Ορθόδοξο ναό. Στόχος ήταν να αναζητηθεί η πληρέστερη ροή επικοινωνίας μεταξύ της τοιχογραφίας και των ενοριτών. Παρά τις αρχικές αντιδράσεις στη καινοτόμο παράσταση, οι ενορίτες γρήγορα λάτρεψαν την τοιχογραφία καθώς ένιωσαν την Παναγία ν’ αγκαλιάζει κυριολεκτικά την καθημερινή ζωή τους. Η Πλατυτέρα του Αγίου Ανδρέα Πατρών έχει ήδη χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο, με το τελευταίο εγχείρημα να συναντάται στο νέο ναό του Αγίου Νικολάου στο Σημείο Μηδέν της Νέας Υόρκης, έργο του αρχιτέκτονα Santiago Calatrava.

​​

  • Οι έναστροι ουρανοί στους τρουλίσκους του νότιου κλίτους συνδέουν, με μοναδική εικαστική έκφραση, τα ρωμαϊκά ψηφιδωτά του μαυσωλείου της Galla Placidia της Ραβέννα με τους έναστρους ουρανούς του Vincent Van Gogh. Παρόλο που η τοιχογραφική αυτή ενότητα είναι ακόμα σε καλή κατάσταση, η τοιχογράφηση στο νότιο κλίτος έχει συνεχιστεί από άλλους καλλιτέχνες, με αποτέλεσμα την σύγχυση της εικαστικής ταυτότητας του συνολικού έργου.

​

[1] Ο Γιάννης Καρούσος (1937-2013), ο ζωγράφος των μεγάλων επιφανειών, όπως έχει χαρακτηριστεί, στάθηκε ο πρωτοπόρος της σύγχρονης Ορθόδοξης μνημειακής τέχνης. Τα κύρια τοιχογραφικά του σύνολα, Ι. Ναός του Αγίου Παντελεήμονα της οδού Αχαρνών στην Αθήνα, Ι. Ναός του Αγίου Ανδρέα στη Πάτρα, η Ροτόντα του ναού του Αγίου Θεοδώρου στο Παλατινό Λόφο της Ρώμης, αλλά και οι εξαίσιες ιστορίσεις στο πρόναο του Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα, θεωρούνται τα έργα αναφοράς της σύγχρονης Ορθόδοξης μνημειακής τέχνης.​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​

Από τον Τοίχο στο Πεδίο: Η Νέα Χωρικότητα της Ορθόδοξης Μνημειακής Ζωγραφικής

Κατερίνα Κοσκινά

Η Κατερίνα Καρούσου ανήκει στην τέταρτη γενιά μιας οικογένειας καλλιτεχνών με μακρά και ενεργή παρουσία στην υπηρεσία της Ορθόδοξης μνημειακής τέχνης. Είναι η πρώτη γυναίκα αυτής της οικογενειακής διαδρομής, κυρίως στον τομέα εικονογράφησης του εσωτερικού αρχιτεκτονικού τμήματος των ορθόδοξων ναών στην Ελλάδα. Η ιστορία της οικογένειας Καρούσου μπορεί να διαβαστεί ως μια διαδοχικά συνεχιζόμενη συνάντηση των τεσσάρων ζωγράφων που την απαρτίζουν, αφ’ενός με την ορθόδοξη ζωγραφική παράδοση που υπηρετούν και αφ’ ετέρου με τα διεθνή καλλιτεχνικά προτάγματα και τάσεις της εποχής δράσης τους.

Ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα, ο Ευστάθιος Καρούσος[1], όταν δραστηριοποιούταν καλλιτεχνικά στη σημερινή Ιταλία (Νάπολη, Τεργέστη, Βενετία ) είχε εντάξει στην ορθόδοξη ζωγραφική παράδοση στοιχεία Μπαρόκ. Ο Διονύσιος Καρούσος ήρθε σε διάλογο με το κίνημα των Ναζαρηνών[2]. Ο Γιάννης Καρούσος, πατέρας της Κατερίνας, προσέγγισε εικαστικά τον μοντερνισμό[3]. Συνεπώς, εξετάζοντας την πορεία τους, βλέπουμε ότι δε συνιστά μια γραμμική μεταλαμπάδευση ενός αμετάβλητου εικαστικού ιδιώματος, αλλά μια διαρκή διαδικασία συνδυασμού και διαλόγου της ορθόδοξης παράδοσης με τις πλαστικές κατακτήσεις κάθε εποχής, που οδηγούν σε ανανέωση της «γραφής» και ανακατανόηση της τέχνης αυτής, μέσα από μια σύγχρονη οπτική και αντίληψη.

Κάθε γενιά της οικογένεια Καρούσου μοιάζει να υποστηρίζει ότι η παράδοση παραμένει ζωντανή ακριβώς επειδή μπορεί να συνομιλεί με το παρόν και θεάται ως αναπόσπαστο μέρος της τέχνης, χωρίς να χάνει τον λειτουργικό της χαρακτήρα. Η Ορθόδοξη μνημειακή τέχνη, που καλύπτει συχνά ολόκληρη την επιφάνεια των εσωτερικών τοίχων και οροφών των ναών, δεν ορίζεται, επομένως, από αυτούς ως ένα κλειστό και αμετάβλητο σύστημα μορφών, αλλά ως μια γλώσσα που μπορεί να κινείται στον χρόνο, να συναντά διαφορετικές αισθητικές και να ενσωματώνει νέες τεχνικές και αντιλήψεις για τη θρησκευτική εικονογράφηση.

Σε αυτή την οικογενειακή αλληλουχία, η Κατερίνα Καρούσου αποτελεί το επόμενο, βήμα, το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τομή: μεταφέρει την Ορθόδοξη μνημειακή τέχνη στον 21ο αιώνα, όχι απαρνούμενη την παράδοση, αλλά εξετάζοντας δυνατότητες που προσφέρουν τα σύγχρονα ψηφιακά μέσα. Η εικαστική πρακτική της αναπτύσσεται ούτως ή άλλως στο όριο ανάμεσα στην εικόνα, την αρχιτεκτονική και τον χώρο. Συγκεκριμένα, αυτό που μελετά είναι η δυνατότητα της χριστιανικής ορθόδοξης τοιχογραφίας να αποδεσμευτεί από τη χωροθεσία και την υλική συνθήκη που παραδοσιακά την ορίζουν, κάνοντας χρήση «εργαλείων» του σήμερα, χωρίς να αλλοιωθεί η πνευματική και ηθική της φύση.

Η θέση της στην οικογενειακή συνέχεια αποκτά μιαν ιδιαίτερη σημασία. Εάν ο Ευστάθιος, ο Διονύσιος και ο Γιάννης Καρούσος ανταποκρίθηκαν σε καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής τους, χρησιμοποιώντας εργαλεία και τεχνικές σταθερά επί αιώνες, η Κατερίνα καλείται να αντιμετωπίσει μια αλλαγή, ακόμη πιο ριζική: ένα σύγχρονο περιβάλλον, όπου η εικόνα δεν περιορίζεται πλέον στην δισδιάστατη επιφάνεια, ούτε στις γνωστές τεχνοτροπίες και μέσα. Η ψηφιακή τεχνολογία, η επαυξημένη πραγματικότητα και οι νέες μορφές χωρικής και διαδραστικής εμπειρίας μεταβάλλουν ριζικά το τοπίο και τον τρόπο, με τον οποίο μια εικόνα παράγεται, γίνεται αντιληπτή και επεκτείνεται στο χώρο. Σε αυτό το σημείο συναντάται μεν, αλλά και διαφοροποιείται η οικογενειακή παράδοση με την προσωπική εικαστική αναζήτηση. Οι τοιχογραφίες της αποσπώνται από την αρχιτεκτονική επιφάνεια που παραδοσιακά τις φιλοξενεί και μετατρέπονται σε αυτόνομα, μεταβαλλόμενα εικαστικά σώματα. Η τοιχογραφία παύει να είναι αποκλειστικά συνδεδεμένη με τον τοίχο και αποκτά τη δυνατότητα να αποκολλιέται από αυτόν, να ανασυντίθεται, να διαχέεται και να μεταφέρεται από το φυσικό στο ψηφιακό περιβάλλον.

Η χειρονομία της απόσπασης είναι, επομένως, κάτι περισσότερο από μια αλλαγή παρουσίασης. Αποτελεί μια διαδικασία αποδόμησης της ίδιας της εικόνας στα συστατικά της στοιχεία. Η μορφή, η γραμμή, το χρώμα, το φως, η επιφάνεια και το κενό αποκτούν μια νέα αυτονομία, αφού μπορούν να αναπτυχθούν πέραν των όριων της αρχικής τους αρχιτεκτονικής συνθήκης. Η εικόνα δεν είναι πλέον σταθερή πάνω σε έναν τοίχο, αλλά μια ανοιχτή δομή που μπορεί να κινηθεί, να μετασχηματιστεί και να αναπτύξει νέες σχέσεις με τον χώρο και τον θεατή. Η υλικότητα των έργων, αν και ρευστή και οπτικά διαπερατή, συμβάλλει αποφασιστικά σε αυτή την επικοινωνία. Δεν επιβάλλει ένα σαφές όριο ανάμεσα στην εικόνα και τον χώρο, αλλά δημιουργεί την αίσθηση μιας συνεχούς μετάβασης. Το βλέμμα δεν «προσκρούει» και σταματά στην δισδιάστατη επιφάνεια και μοιάζει να την διαπερνά. Η εικόνα γίνεται έτσι λιγότερο συμπαγής και περισσότερο πεδίο, Κάμπος, σύμφωνα με τη ορολογία της ορθόδοξης εικονογραφικής παράδοσης και κατ’επέκτασιν λιγότερο αντικείμενο και περισσότερο διαδικασία.

Η μετάβαση από τη δισδιάστατη επιφάνεια στη χωρική ανάπτυξη οδηγεί αναπόφευκτα και σε μια διαφορετική σχέση με τον θεατή. Εκεί όπου η παραδοσιακή εικόνα οργανώνει πρωτίστως μια οπτική σχέση, τα έργα της Καρούσου μπορούν να ενεργοποιήσουν μια ευρύτερη, πολυαισθητηριακή εμπειρία. Η αφή, ο ήχος, η κίνηση και η χωρική αντίληψη και η εμπειρία εμβύθισης μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά προς την όραση, μετατρέποντας το έργο από αντι-κείμενο θέασης σε ανοιχτό περιβάλλον εμπειρίας.

Η επαυξημένη πραγματικότητα αποκτά, σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία. Δεν λειτουργεί απλώς ως ένα πρόσθετο τεχνολογικό επίπεδο πάνω στην εικόνα, αλλά ως μέσο που επιτρέπει στην εικόνα να αποκτήσει μια δεύτερη, άυλη διάσταση. Το φυσικό και το ψηφιακό συνυπάρχουν, ενώ η θρησκευτική παράσταση μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και πέραν των ορίων της φυσικής επιφάνειας. Η εικόνα μπορεί να είναι άλλοτε υλική και άλλοτε άυλη, άλλοτε σταθερή και άλλοτε μεταβαλλόμενη, τελούσα διαρκώς υπό διαμόρφωση.

Στην εγκατάσταση Απτικά Κοινά που πρόκειται να παρουσιάσει τον ερχόμενο Οκτώβριο στο Αρχοντικό των Μπενιζέλων στην Πλάκα, αυτό γίνεται ξεκάθαρο. Και τούτο συμβαίνει διότι, ενώ κάποιος θα περίμενε ίσως, να μεταφερθεί η εικόνα από τη δυσδιάστατη επιφάνεια στο χώρο, ακολουθείται η αντίστροφη διαδικασία. Σε αυτήν την περίπτωση, για τις ανάγκες των ατόμων με μειωμένη ή και καθόλου όραση, κάποια pixels της ψηφιακής φωτογραφικής εικόνας, ανακτούν την υλικότητα της πραγματικής ψηφίδας και μετατρέπουν μια επιφάνεια σ ’ένα ανάγλυφο έργο. Έτσι, η εικόνα έχοντας πλέον «σώμα», ανοίγεται για ενατένιση ως απτή εμπειρία. Με αυτήν την κίνηση, η καλλιτέχνης «επαυξάνει» την ψηφιακή πραγματικότητα, επιστρέφοντας στην υλικότητα της ψηφίδας, ακόμη και αν είναι μικρότερης αντοχής στο χρόνο και με διαφορετική λειτουργία στην επιφάνεια. Κάνοντας αυτό, προσφέρει διευρυμένες δυνατότητες θέασης και ανάγνωσης, τονίζοντας τον κοινωνικό, συμπεριληπτικό και αλληλέγγυο ρόλο της χριστιανικής διδασκαλίας και της Εκκλησίας ως τόπου παιδείας, συνεύρεσης και αγάπης. Ταυτόχρονα, επεκτείνει την ερευνά της στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στον θεατή και το έργο τέχνης και διευρύνει, πρακτικά και ηθικά τη χωρικότητα της ορθόδοξης μνημειακής ζωγραφικής. 

Είτε ακολουθεί τον έναν είτε ακολουθεί τον άλλο τρόπο, η Κατερίνα Καρούσου δεν αντιμετωπίζει την παράδοση ως ένα παρελθόν στατικό, που πρέπει απλώς να διασωθεί. Την αντιμετωπίζει ως μια ενεργή και δυναμική παρακαταθήκη, η οποία αποκτά νόημα όταν μπορεί να μετασχηματίζεται, να εξελίσσεται, να διαβάζεται και να γίνεται αντιληπτή από το κοινό της.

Καθοριστικό ρόλο στη διαρκή διαδικασία μετεξέλιξης διαδραματίζει η Αρχειοθήκη Καρούσου, την οποία η ίδια συγκρότησε και συμπληρώνει. Λειτουργώντας όχι ως ένας στατικός χώρος τεκμηρίωσης, αλλά ως ένας δυναμικός χώρος έρευνας, διαλόγου και καινοτομίας, η Αρχειοθήκη φροντίζει για την ανάδειξη της πολυετούς ιστορίας και μνημειακού πλούτου. Μέσα από τις πιο σύγχρονες πρακτικές, μετατρέπει το αρχειακό υλικό σε ζωντανή εμπειρία, προσφέροντας ένα έργο συλλογικό και ριζωμένο, αλλά ταυτόχρονα εξελισσόμενο και διαδραστικό, ανοιχτό στην έρευνα και προσβάσιμο σε όλους.

Η σύνδεση των τεσσάρων γενεών δεν βρίσκεται στην επανάληψη δεδομένης τεχνικής και φόρμας, αλλά ακριβώς στην τόλμη κάθε γενιάς της ίδιας  οικογένειας να αναζητά στον δικό της κόσμο, τη δική της γλώσσα και μέσο. Από το Μπαρόκ έως τους Ναζαρηνούς, από τον Μοντερνισμό στην Ψηφιακή και διαδραστική εικόνα του 21ου αιώνα, η Ορθόδοξη μνημειακή ζωγραφική της οικογένειας Καρούσου αφηγείται μια ιστορία διαρκούς μετεξέλιξης. Η σταδιακή αλλαγή από γενιά σε γενιά, αποκτά και μια νέα διάσταση: η εικόνα προδίδει τον χρόνο, τη γενικότερη συνθήκη, το ρόλο και τα μέσα υλοποίησης της. Η μετάδοση του ίδιου μηνύματος, γίνεται με εργαλεία, τρόπους γραφής και χωρικής κατάληψης που της παρέχει η εποχή δημιουργίας της. Στην πραγματικότητα, δεν πορεύεται ανάλογα με την απαρχή της.

Από τον τοίχο πέρασε στον χώρο, από τη συμπαγή επιφάνεια στη ρευστή και διαπερατή υλικότητα και από το φυσικό περιβάλλον στο ψηφιακό. Η παρακαταθήκη δεν παραμένει ζωντανή επειδή υπόκειται σε αλλαγή, επειδή εκσυγχρονίζεται, αλλά επειδή μπορεί να μετασχηματίζει το μέσο, τη μορφή και την εμπειρία της, διατηρώντας ταυτόχρονα τον πυρήνα της. Για αυτό και αμφίδρομη σχέση από το ψηφιακό στο αναλογικό παραμένει ανοιχτή και διαμπερής.

Η τέχνη της Κατερίνας Καρούσου προκύπτει από τη συνάντηση της οικογενειακής ιστορίας και της καλλιτεχνικής παράδοσης με τη σύγχρονη εποχή. Δεν αποποιείται τον ιερό της χαρακτήρα και Λόγο της ορθόδοξης τέχνης. Το ότι περνά από την επιφάνεια στο χώρο, το ότι χρησιμοποιεί νέα μέσα, δεν σημαίνει ότι απομακρύνεται από τη μετάδοση του ιερού μηνύματος. Δεν εγκαταλείπει την ορθόδοξη παράδοση· διευρύνει όμως τα όριά της, εφοδιάζοντας την με νέες δυνατότητες ανάγνωσης και πρόσληψης. Μέσα από αυτήν τη διεύρυνση, η Ορθόδοξη μνημειακή τέχνη συνεχίζει να ζει, όχι ως στατική αναπαράσταση, αλλά ως σύγχρονη, βιωματική και πνευματική εμπειρία.

​

​

[1] Χατζηδάκης, Μανώλης και Δρακοπούλου, Ευγενία (1997). Έλληνες Ζωγράφοι μετά την Άλωση (1450-1850). Τόμος B. Αθήνα, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών.

 

[2] Κίνημα των Ναζαρηνών ονομάστηκε μια ομάδα νεαρών Γερμανών ρομαντικών ζωγράφων των αρχών του 19ου αιώνα, οι οποίοι συνδύασαν τη χριστιανική πνευματικότητα με την τέχνη της προ-ραφαηλητικής αναγέννησης. Το όνομα τους οφείλεται, όχι τόσο στο περιεχόμενο των έργων τους, όσο στο βιβλικό τρόπο ένδυσης και κόμμωσης τους.

 

[3] Ζίας, Ν. (1988, Νοέμβριος). Γιάννης Καρούσος: Παράδοση και αναζητήσεις [Κατάλογος

έκθεσης]. Δήμος Πατρέων.

​

​

Κατερίνα Κοσκινά,

Δρ. Ιστορίας της τέχνης – Μουσειολόγος - Επιμελήτρια εκθέσεων

Σεπτέμβριος 2026

​

​

Βιβλιογραφία:

Kemp, M. (2006). Seen | Unseen: Art, science, and intuition from Leonardo to the Hubble

telescope. Oxford University Press.

Michaud, P.-A. (2007). Aby Warburg and the image in motion (S.Hawkes,Tr.). Zone Books.

Panofsky, E. (1991). Perspective as symbolic form (C. S. Wood, Trans.). Zone Books

​​​​​​​​​​​​​​

katerina_edited.jpg
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ
starry frasco.jpg
Ψηφιακή Μετάφραση

Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Κεντρικός στόχος της ψηφιακής αποτύπωσης ήταν η διάσωση και η διαφύλαξη του έργου καθώς, παρότι σύγχρονο (1995 – 2013), οι φθορές από τις περιβαλλοντικές συνθήκες κατέστησαν την ψηφιακή του αποτύπωση επιβεβλημένη. Παράλληλα, μέσω αναδυόμενων τεχνολογιών, όπως η εικονική και η επαυξημένη πραγματικότητα, δημιουργήσαμε νέους, εμβυθιστικούς τρόπους παρουσίασης του τοιχογραφικού έργου.

Το σημαντικότερο όμως όφελος αυτού του εγχειρήματος είναι ότι μας δόθηκε η δυνατότητα να αξιοποιήσουμε την ψηφιακή αποτύπωση για τη δημιουργία βιωματικών και συμπεριληπτικών εμπειριών.

Το έργο αυτό χρηματοδοτήθηκε απο το Υπουργείο Πολιτισμού και εκτελέστηκε το 2024 απο την εταιρία BeeSTEAM.

Η διαδικασία ψηφιακής αποτύπωσης περιλάμβανε τα ακόλουθα στάδια, επιλεγμένα για την ικανότητά τους να παρέχουν υψηλή ακρίβεια και λεπτομέρεια, απαραίτητες για την καταγραφή των μοναδικών χαρακτηριστικών των τοιχογραφιών του ναού.

Η mirrorless κάμερα επελέγη λόγω της υψηλής ανάλυσης και ευελιξίας της σε απαιτητικές γωνίες, ενώ οι επεκτάσεις αλουμινίου και ανθρακονήματος επέτρεψαν τη σταθερή λήψη από αυξημένο ύψος, εξασφαλίζοντας την απαιτούμενη ακρίβεια.

Η απομακρυσμένη λειτουργία της κάμερας εξασφάλισε τη μέγιστη σταθερότητα κατά τη λήψη. Επιπλέον, η χρήση λογισμικού αιχμής για την επεξεργασία νεφών σημείων διασφάλισε την ακρίβεια στη δημιουργία τρισδιάστατων μοντέλων, καθιστώντας τα κατάλληλα για μελλοντική αξιοποίηση σε πολλαπλές εφαρμογές.

Οι ακρίβειες που επιτεύχθηκαν είναι τα 7 χιλιοστά για τον τρούλο και την Ανατολική κόγχη και 1,5 χιλιοστό για τον τρουλίσκο. Από τα νέφη σημείων προέκυψαν τρισδιάστατα μοντέλα μέσω μεθόδων τριγωνισμού, με λεπτομερείς φωτορεαλιστικές υφές.Τα παραγόμενα νέφη σημείων περιλαμβάνουν:

·Τρούλος: 26.880.259 σημεία.

·Ανατολική κόγχη: 25.047.631 σημεία.

·Μικρός Τρουλίσκος: 12.487.273 σημεία.

 

Τα δεδομένα από τα νέφη σημείων περιλαμβάνουν όλη την πληροφορία της υφιστάμενης κατάστασης των έργων και αξιοποιήθηκαν για τη δημιουργία τρισδιάστατων μοντέλων υψηλής ακρίβειας. Μέσα από συγκεκριμένες μεθόδους επεξεργασίας, μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για την κατάσταση των έργων, αποτυπώνοντας λεπτομερώς τα γεωμετρικά και χρωματικά χαρακτηριστικά των τοιχογραφιών. Αυτά τα μοντέλα είναι κατάλληλα για πλήθος εφαρμογών, όπως η τεκμηρίωση της παρούσας κατάστασης, η υποστήριξη συντηρήσεων, και η ενσωμάτωσή τους σε διαδραστικές ψηφιακές πλατφόρμες.

 

Αντίστοιχα, οι επιφάνειες των τρισδιάστατων μοντέλων ήταν:

·Τρούλος: 2.684.665 τριγωνικές επιφάνειες.

·Ανατολική κόγχη: 1.329.352 τριγωνικές επιφάνειες.

·Μικρός Τρουλίσκος: 1.802.030 τριγωνικές επιφάνειες.

starry matrix.jpg
Ψηφιακή Αναδημιουργία

Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΑΝΑΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

bottom of page